Απίθανοι ναοί και κομμάτια ζούγκλας συνθέτουν μια εξωτική πολιτεία

Για το ταξίδι στην Καμπότζη προετοιμαζόμουν καιρό. Τουριστικοί οδηγοί, χάρτες, έρευνα στο διαδίκτυο, κάποιες ταινίες, «Ινδοκίνα», «Αποκάλυψη τώρα», «Οι αγροί του θανάτου», αλλά και ρομαντικά βιβλία, όπως ο «Εραστής» της Ντυράς, και κυρίως το «Ανγκόρ – Μια Ξωτική Πολιτεία» του Ι. Βασιλείου από το «Βιβλιοπωλείον της Εστίας», με έκαναν να ονειρεύομαι.

Μύθοι, θρύλοι, έρωτες, πάθη, πόλεμοι, εγκλήματα, σφαγές, γενοκτονίες, στριφογύριζαν. Ολα εικόνες ανάκατες μαζί με ουράνιες νύμφες απσάρα και θηριώδεις ρίζες ινδοσυκής να καταβροχθίζουν τους ναούς. Αυτά στο πρώτο ταξίδι. Την επόμενη φορά ήρθε παρέα και η φίλη μου Μαρία Παπαθεοδώρου. Θυμάμαι να έχουμε γυρίσει μεσημεράκι από τους ναούς και να αποφασίζουμε να μη χάσουμε λεπτό, πηγαίνοντας βολτίτσα στην πόλη. Ακολουθώντας τις οδηγίες του ταξιδιωτικού οδηγού φθάσαμε στο διώροφο του Κέντρου Μασάζ από τυφλούς. Ο χώρος φτωχικός, μακριά από πολυτέλειες και σπα, αλλά πεντακάθαρος, άστραφτε. Νεαρές και νεαροί άλλαζαν αμέσως τα σεντόνια μόλις τελείωνε το μασάζ κάποιου. Αποφασίσαμε να δοκιμάσουμε. Μας έβαλαν σε αντικρινά κρεβάτια, σε ένα καλάθι που τοποθετήθηκε μπροστά από το κρεβάτι μπήκαν τσάντες και ό,τι άλλο είχαμε μαζί, μας σκέπασαν με λευκά σεντόνια, και το μασάζ ξεκίνησε. Ηταν σαν η ψυχή, σαν τα μάτια να έχουν γίνει χέρια και να αγγίζουν το κορμί για να του μιλήσουν και να το καθησυχάσουν. Φεύγοντας ο μασέρ της Μαρίας, την παρακάλεσε να του επιτρέψει να αγγίξει την τσάντα της. Ηταν μια ακριβή, εξαιρετικής ποιότητας ψάθα, και δεν χόρταινε να την απολαμβάνει. Μας έκανε εντύπωση ο τρόπος με τον οποίο χάιδευε-αφουγκραζόταν το πολύτιμο υλικό. Εχουν περάσει πολλά χρόνια από τότε. Αυτή η εμπειρία όμως μας έμεινε αξέχαστη.

Ο θρύλος του θεϊκού Aνγκορ

Για τη δηµιουργία του Ανγκορ υπάρχουν πολλοί θρύλοι, µια και οι θνητοί δεν πίστευαν ότι µπορεί να είναι ανθρώπινο έργο.

Λέγεται λοιπόν ότι ο θεός Ιντρα που ζούσε στο όρος Μέρου έδωσε ξανά ανθρώπινη ζωή στον γιο του Κετοµελέα µε αποστολή να προστατέψει τον βουδισµό και να φροντίσει το βασίλειο µε δόξα, ευηµερία και ειρήνη. Μια νύχτα ο Ιντρα έστειλε µε το θεϊκό του άρµα στη Γη τον θεό Μετολέι να φέρει τον γιο του πίσω στον Παράδεισο των 33 θεών. Κατά τη σύντοµη παραµονή του ο Ιντρα τον δίδαξε τα 10 βασιλικά καθήκοντα και τον έλουζε επτά φορές την ηµέρα για επτά ηµέρες στο αρωµατικό λουτρό του κήπου του. Μετά προσκάλεσε επτά θεϊκούς βραχµάνους και αφού είπαν µαγικά ξόρκια τον βούτηξαν στα νερά χαρίζοντάς του µακροζωία για πάνω από 100 χρόνια. Μετά µε το θεϊκό άρµα τον πήγαν περίπατο πάνω από τα παλάτια του Ιντρα ώστε να αποφασίσει ποιο του αρέσει περισσότερο για να χτίσει το ίδιο στη γη. Ετσι ξεκίνησε να χτίζεται το Ανγκορ Βατ από τον αρχιτέκτονα Πισνούκα και όταν ο Κετοµελέα ικανοποιήθηκε του ανέθεσε να χτίσει και µερικά άλλα. Την ηµέρα που στέφθηκε βασιλιάς ο Ιντρα κατέβηκε στη στέψη και του έδωσε το ιερό όνοµα «Αρίθα-πολάρε α-χάνο», δηλαδή «πανίσχυρος καταστροφέας των εχθρών», και ονόµασε τη χώρα των Χµερ Καµπούτζα.

Εξερευνώντας το Ανγκορ Βατ

Χτίστηκε τον 12ο αιώνα από τον Σουργιαβαρµάν Β’, προς τιµήν του Βισνού, του θεού που τηρεί το «ντάρµα», την τάξη του κόσµου. Ο ναός εκτείνεται σε τρία επίπεδα και περιβάλλεται από τέσσερα προστατευτικά τείχη, ενώ η είσοδος γίνεται από τη δυτική πύλη, από έναν διάδροµο 200 µέτρων που προστατεύουν δύο νάγκας (φίδια φύλακες). Το Ανγκορ Βατ ήταν το κέντρο µιας κοινότητας 20.000 ανθρώπων, όπου οι κατώτεροι εισέρχονταν ως το πρώτο επίπεδο µε τις επιγραφές και τις ανάγλυφες παραστάσεις που εξιστορούν πολέµους και σκηνές από τα ινδικά έπη µε τα κατορθώµατα του Βισνού. Οι ιερείς εισέρχονταν για να διαλογιστούν στο δεύτερο επίπεδο και το τρίτο ήταν µόνο για τους βασιλείς και τους αρχιερείς. Στο συγκρότηµα ανήκει και ο ινδουιστικός ναός Μπαµτεάι Σάµρε, σε απόσταση 3 χλµ., µε εξαιρετικής κατάστασης ανάγλυφες διακοσµήσεις στους τοίχους των Βισνού και του αβατάρ (µετενσάρκωση) του Κρίσνα.

Τριάντα χρόνια έχτιζαν τα µνηµεία

Η λέξη Ανγκορ προέρχεται από τη λέξη «ναγκάρα», πρωτεύουσα στα σανσκριτικά, και αφορά 50 µνηµεία που εκτείνονται σε επιφάνεια 230 τ. χλµ., περιλαµβάνοντας ένα σύνολο διαφορετικών στυλ, περιόδων και µνηµείων, όπου βεβαίως ο χρόνος και η φύση επενέβησαν και έκαναν φανερά τα σηµάδια τους. Η κατασκευή κράτησε περισσότερα από 30 χρόνια, ενώ 27 βασιλείς «βαρµάν» – που σηµαίνει πάνοπλος στα σανσκριτικά – πέρασαν από το 802 µ.Χ. ως το 1327 µ.Χ., ενώ στη συνέχεια η πρωτεύουσα έπεσε σε παρακµή και εγκαταλείφθηκε το 1431. Οι επιγραφές αναφέρουν ότι ο βασιλιάς Τζαγιαβαρµάν Β’ ύστερα από µια τελετή στα όρη Κούλεν έβαλε τη σφραγίδα της ίδρυσης ενός κράτους που έµελλε να δηµιουργήσει έναν από τους µεγαλύτερους πολιτισµούς της Ασίας. Η ανασκαφή στο Ανγκορ ξεκίνησε το 1898 από την Ecole Française d’ Extreme Orient και το 1993 η πόλη χαρακτηρίστηκε µνηµείο παγκόσµιας πολιτιστικής κληρονοµιάς από την UNESCO. Κάθε χρόνο γίνονται µεγάλες δωρεές για τη συντήρηση και την αναστήλωση των µνηµείων – ο µεγαλύτερος δωρητής είναι η Ιαπωνία και συµµετέχουν επιστήµονες αρχαιολόγοι, σπουδαστές και εθελοντές από Ιαπωνία, Αµερική, Γαλλία, Γερµανία, Ιταλία και Ινδονησία.

Η Μεγάλη Πόλη Ανγκορ Τοµ

Η τελευταία πρωτεύουσα της αυτοκρατορίας του Ανγκορ εκτείνεται στα 3 τ.χλµ. Η περιτειχισµένη βασιλική πόλη του Τζαγιαβαρµάν Η’, που προστατευόταν και µε τάφρο 100 µ. πλάτους, περιλαµβάνει µια σειρά σηµαντικά τέµπλα όπως το Μπαγιόν. Κέντρο της η µεγάλη τετράγωνη πλατεία 3 χλµ. Οι δρόµοι που οδηγούν στις εισόδους στολίζονται από µια σειρά αγάλµατα παράπλευρα, ενώ η είσοδος γινόταν από τέσσερις πύλες µε αψίδα που καταλήγουν σε πύργο-«γκοπούρα» 23 µέτρων, µε τέσσερα γιγαντιαία κεφάλια που βλέπουν σε κάθε σηµείο του ορίζοντα, στην κορυφή του. Υπάρχουν διάφορες θεωρίες για το ποιον εικονίζουν οι κεφαλές. Κατ’ άλλους πρόκειται για βασιλείς ενώ άλλοι αρχαιολόγοι υποστηρίζουν πως πρόκειται για Μποντισάτβα, τους µαθητές του Βούδα που έφθασαν κοντά στη φώτιση, επέλεξαν όµως να µη φωτιστούν. Η βάση του πύργου υποστηρίζεται από ελέφαντα µε τρία κεφάλια και τρεις προβοσκίδες που καταλήγουν σε άνθος λωτού.

Η λίµνη Τόνλε Σαπ και το βιετναµέζικο χωριό Τσονγκ Νιες

Σε κοντινή απόσταση από το Σιεµ Ριπ βρίσκεται η λίµνη Τόνλε Σαπ. Πρόκειται για τη µεγαλύτερη λίµνη της Νοτιοανατολικής Ασίας χάρη στον παραπόταµο τού Μεκόνγκ Τόνλε Σαπ που εκβάλλει στη λίµνη, η οποία ειδικά την περίοδο των µουσώνων πολλαπλασιάζει την έκτασή της σε 10.000 τ.χλµ. Αυτό την κάνει πλούσια σε ψάρια -πάνω από 1.300 είδη – και αποδηµητικά πουλιά, για αυτό και η UNESCO την ανακήρυξε το 1997 προστατευόµενη βιόσφαιρα. Πάνω από 4.000.000 άνθρωποι εξαρτώνται από την αλιεία µια και η διατροφή των κατοίκων βασίζεται στο ψάρι. Αυτόνοµα χωριά όπου οι κάτοικοι ζουν είτε σε σπίτια στηριγµένα πάνω σε πασσάλους τεσσάρων µέτρων, στερεωµένων στον πυθµένα της λίµνης, είτε µέσα σε βάρκες έχουν δηµιουργηθεί προκειµένου οι κάτοικοι να εξασφαλίσουν τα προς το ζην. Τα χωριά αυτά µετακινούνται πάνω σε σχεδίες σε διάφορα σηµεία της λίµνης ανάλογα µε τη στάθµη του νερού και την αλιεία. Ενα από τα πιο πολύπαθα είναι το βιετναµέζικο χωριό Τσογνκ Νιες, όπου οι βιετναµέζικης καταγωγής πρόσφυγές του αν και ζουν για πολλές γενιές στην περιοχή υπέστησαν ανελέητο διωγµό από τους Κόκκινους Χµερ. Παρ’ όλα αυτά πρόκειται για ένα από τα πιο οργανωµένα χωριά, καθώς διαθέτει από σχολείο, ιατρείο, σταθµό καυσίµων και λιµενικό, µέχρι πλωτά µαγαζιά και βάρκες-«λεωφορεία».

Μπαγιόν, ο σηµαντικότερος ναός του Ανγκορ Τοµ

Ο ναός Μπαγιόν, χτισµένος σε τρία επίπεδα από αµµόλιθο στο κέντρο του Ανγκορ Τοµ, αναγνωρίζεται από τα γιγαντιαία γλυπτά πρόσωπα που απεικονίζουν τον Τζαγιαβαρµάν Ζ’ στη θεϊκή του διάσταση, ενώ τα ανάγλυφα στον νότιο τοίχο αναπαριστούν µοναδικές σκηνές της καθηµερινότητας της εποχής µε την αγορά, κοκοροµαχίες, παρτίδες σκάκι και γεννήσεις παιδιών. Στο ίδιο συγκρότηµα αξίζει να επισκεφθείτε και τον Μπακσέι Σαµκρόνγκ, έναν από τους ελάχιστους ναούς κατασκευασµένους από τούβλα, που χτίστηκε από τον βασιλιά Χασαβαρµάν Α’, αφιερωµένο στον πατέρα του Γιασοβαρµάν.

Στο κέντρο του Σύµπαντος Νεάκ Πεάν

Συµβολίζοντας το κέντρο του Σύµπαντος µε το όρος Μέρου που περιβάλλεται από τέσσερις ωκεανούς, ο ναός στο κέντρο της λιµνούλας (κατά την περίοδο των µουσώνων) χτίστηκε τον 12ο αιώνα από τον Τζαγιαβαρµάν Ζ’ . Οι πλατφόρµες συµβολίζουν τα επίπεδα του Σύµπαντος ενώ τα νάγκας, οι φιδίσιες θεότητες, περιµετρικά το προστατεύουν από τους ακάθαρτους.

Τα «πλοκάµια» του Τα Προµ

Οι πελώριες ρίζες των δέντρων ξεπροβάλλουν µέσα από τον ναό Τα Προµ σαν ένα τεράστιο τέρας µε πολλά πλοκάµια σε ένα θανάσιµο αγκάλιασµα και συνθλίβουν τις πέτρες, ενώ αντηχούν τιτιβίσµατα πουλιών και παπαγάλοι που πετούν από κλαδί σε κλαδί. Ο βουδιστικός αυτός ναός χτίστηκε γύρω στα 1186 από τον βασιλιά Τζαγιαβαρµάν Ζ’, προς τιµήν της µητέρας του. Πρόκειται για έναν από τους ελάχιστους του συγκροτήµατος και περιλαµβάνει πέτρινη επιγραφή µε πληροφορίες για τις δραστηριότητες του µοναστηριού µε τους 2.470 µοναχούς, τις 615 χορεύτριες και πάνω από 70.000 επισκέπτες.

Πνοµ Μπαχένγκ, µονοπάτι για την πανοραµική θέα

Ο βασιλιάς Γιασοβαρµάν έχτισε τον ναό Πνοµ Βαχένγκ το 893 µ.Χ. Ο ναός βρίσκεται στην κορυφή µικρού λόφου όπου οδηγεί σχετικά δύσβατο µονοπάτι. Είναι ο πρώτος ναός χτισµένος σε βουνό στο Ανγκορ σύµφωνα µε τους κοσµολογικούς κανόνες του ινδουισµού και αφιερωµένος στον σηµαντικότερο θεό του ινδουισµού Σίβα, τον καταστροφέα και ζωοδότη. Γύρω από αυτόν τον λόφο έχτισε την πρωτεύουσά του ο βασιλιάς Γιασοβαρµάν και από νωρίς οι δεκάδες τουρίστες της Ανγκορ σκαρφαλώνουν το µονοπάτι του καθώς είναι πολύ δηµοφιλής για την πανοραµική θέα του Ανγκορ κατά το ηλιοβασίλεµα.

Ο ιδιαίτερος ναός Πρασάτ Κραβάν

Αναστηλωµένος από γάλλους αρχαιολόγους τον 20ό αιώνα, από τους πιο ιδιαίτερους από τούβλα, περιλαµβάνει καταπληκτικά ανάγλυφα του θεού Βισνού και της γυναίκας του θεάς Λάξµι. Χτισµένος από τον Χαρσαβαρµάν Α’ τον 10ο αιώνα, αποτελείται από τρία δωµάτια-ιερά. Στον κεντρικό πύργο στον νότιο τοίχο αξίζει να προσέξετε το ανάγλυφο µε τον Βισνού και τη Λάξµι µε την ιδιότητα της θεάς της οµορφιάς, γεννηµένης από το κέρας του ωκεανού γάλακτος.

Οι µοναχοί της Ανγκορ

Η Καµπότζη ασπάστηκε το δόγµα της Θεραβάντα ή Χιναγιάνα (του µικρού οχήµατος) κατά τον 13ο -14ο αιώνα µ.Χ. και ήταν η επίσηµη θρησκεία ως το 1975, όπου κατά την περίοδο των Ερυθρών Χµερ (1975-1979) οι µοναχοί υπέστησαν µεγάλους διωγµούς. Σήµερα τα µοναστήρια είναι ελεύθερα και κάθε ευλαβής οικογένεια στέλνει τα αγόρια της να µονάσουν για κάποιο διάστηµα. Ο βουδιστής µοναχός δεν πρέπει να αγγίζεται από κανέναν – κυρίως από γυναίκες – για να µη µολυνθεί.

Στο Εθνικό Κέντρο Μεταξιού Πουόκ

Στο πλαίσιο του εκπαιδευτικού προγράµµατος οι συµµετέχοντες διδάσκονται όλα τα στάδια της παραγωγής: από την καλλιέργεια των δέντρων της µουριάς, µε τα φύλλα των οποίων θα τραφούν οι µεταξοσκώληκες, ως την εξαγωγή του νήµατος από τα κουκούλια, τον καθαρισµό, τη βαφή της κλωστής αλλά και την ύφανση των υφασµάτων στους παραδοσιακούς αργαλειούς σε διάφορα σχέδια. Επιπλέον, την κατασκευή ενδυµάτων, λευκών ειδών σπιτιού ή αξεσουάρ όπως εσάρπες, µαντίλια και τσάντες. Οι καλλιέργειες, καθώς και η βιοτεχνία, βρίσκονται περίπου 18 χλµ. έξω από το Σιέµ Ριπ.

Ο κλασικός καµποτζιανός χορός

Ο κλασικός καµποτζιανός χορός έχει αρκετές οµοιότητες µε τον ταϊλανδέζικο, κυρίως όσον αφορά την κίνηση και την ευλυγισία των δακτύλων. Αρκετά ανάγλυφα µε χορευτικές φιγούρες των ουράνιων νυµφών Απσάρα κοσµούν τους ναούς που συµπεριλάµβαναν και χορευτικές τελετές. Μάλιστα ο ναός Τα Προµ απασχολούσε 615 χορεύτριες. Στα µαύρα χρόνια των Κόκκινων Χµερ ο χορός καταδιώχθηκε και ελάχιστοι δάσκαλοι και χορευτές επέζησαν. Το 1981, µε τη βοήθεια όσων δασκάλων είχαν επιζήσει, άνοιξε ξανά η Σχολή Καλών Τεχνών, µε προτεραιότητα στα ορφανά παιδιά.

Οι καλλιτέχνες της Ανγκορ

Ο πόλεµος άφησε χιλιάδες ορφανά, αλλά και ακρωτηριασµένα θύµατα των ναρκών, από τις οποίες ακόµη δεν έχει καθαριστεί ο τόπος. Σε µια προσπάθεια επαγγελµατικής αποκατάστασης και κυρίως αξιοπρεπούς διαβίωσης ιδρύθηκε το 1992 ο εκπαιδευτικός οργανισµός Chantiers-Écoles de Formation Professionnelle (CEFP) υπό την αιγίδα του υπουργείου Παιδείας, Νεολαίας και Αθλησης της Καµπότζης, µε σκοπό την εκπαίδευση γενικότερα των νέων, αλλά και ειδικότερα των ατόµων µε ειδικές ανάγκεςθυµάτων των ναρκών, στις παραδοσιακές τέχνες. Νέοι από τα 18 ως τα 25 έτη επιλέγονται µε βάση τις καλλιτεχνικές τους ικανότητες και εκπαιδεύονται στη χειροτεχνία (ξυλογλυπτική, µαρµαρογλυπτική, λάκα, επιχρύσωση, κ.ά.) ή στη µεταξουργία. Το 1998 ιδρύθηκε η εταιρεία Artisans d’ Angkor υπό την αιγίδα του Εθνικού Ινστιτούτου, του γαλλικού υπουργείου Εξωτερικών και της Ευρωπαϊκής Ενωσης µε σκοπό την απορρόφηση των αποφοίτων του προγράµµατος στα καλλιτεχνικά εργαστήρια, αλλά και στα καταστήµατα.

 

Το µασάζ των τυφλών

Η χώρα ακόµη µαζεύει τα κοµµάτια της από τις 6.000.000 νάρκες των Ερυθρών Χµερ, στους Αγρούς του Θανάτου, όπου η καθηµερινότητα του µεγαλύτερου ποσοστού των κατοίκων είναι ένας εφιάλτης, ζώντας κάτω από το όριο της φτώχειας, πολύ περισσότερο για τα άτοµα µε προβλήµατα όρασης, µε µηδαµινές δυνατότητες στην εκπαίδευση και στην εργασία τόσο στις µεγάλες πόλεις αλλά πολύ χειρότερα στα χωριά. Ο Οργανισµός Αποκατάστασης Τυφλών της Καµπότζης οργανώνει προγράµµατα εκπαίδευσης και απασχόλησης τυφλών στην τέχνη του µασάζ. Στην επαρχία του Σιέµ Ριπ βρίσκεται το δεύτερο κέντρο µασάζ από τυφλούς (το πρώτο βρίσκεται στην πρωτεύουσα Πνοµ Πενχ). Στο « Angkor Massage by blind» γίνεται γιαπωνέζικο µασάζ, άµνα και σιάτσου και κοστίζει µόλις τρία δολάρια την ώρα. Σε ένα διώροφο κτίριο στον κεντρικό δρόµο του Σιέµ Ριπ πίσω από το ξενοδοχείο «Koulen» στεγάζεται αυτό το κέντρο στο οποίο το µασάζ γίνεται στο ισόγειο ενώ στον πάνω όροφο ζουν οι εργαζόµενοι µε τις οικογένειές τους. Ο χώρος αστράφτει από καθαριότητα και συνεχώς αλλάζονται τα σεντόνια των κρεβατιών του µασάζ. Η παρουσία πελατών σε αυτό το κέντρο είναι µια πραγµατικά µεγάλη και απαραίτητη βοήθεια στο δικαίωµα των θυµάτων ενός πολέµου για µια αξιοπρεπή ζωή.

Ο ναός των κρανίων «Βατ Τµέι»

Οταν κατέλαβαν οι Κόκκινοι Χµερ στις 17 Απριλίου του 1975 την Πνοµ Πενχ, κάτοικοι κάθε ηλικίας, ακόµη και άρρωστοι από τα νοσοκοµεία ή ανάπηροι, εξορίστηκαν σε στρατόπεδα εργασίας στην επαρχία, όπου πάνω από 2.000.000 πέθαναν από τις απάνθρωπες συνθήκες διαβίωσης, από πείνα, εξαντλητική εργασία αλλά και τις άνευ λόγου εκτελέσεις. Αποκορύφωση της τραγωδίας, οι εκατοµµύρια νάρκες που σκοτώνουν ακόµη και σήµερα ή ακρωτηριάζουν απελπισµένους αγρότες και ανυποψίαστα παιδιά, αφού θα χρειαστούν πολλά χρόνια ακόµη ώσπου να καθαριστεί η χώρα. Στον δρόµο για την αρχαία πρωτεύουσα Ανγκορ η Στούπα µε το διαφανές τζάµι, µε τα κρανία και τα κόκαλα που βρέθηκαν σκορπισµένα στα γύρω χωράφια αποτίει ελάχιστο φόρο τιµής ως ένα σεµνό ταφικό µνηµείο στη µνήµη των θυµάτων των Αγρών του Θανάτου.

ΠΡΟΣΒΑΣΗ

Η καλύτερη επιλογή είναι με τη Singapore Airlines που πετάει για Σιέμ Ριπ μέσω Σιγκαπούρης με συνολική διάρκεια πτήσης 16 ώρες. Μέσα στην πόλη μετακινήστε με τοπικά ταξί, ποδήλατα ή μηχανάκια με οδηγόξεναγό, που είναι και η καλύτερη λύση να περιηγηθείτε τον αρχαιολογικό χώρο, που και αχανής είναι αλλά και επικίνδυνος αν ξεφύγετε από την πεπατημένη, καθώς λέγεται ότι υπάρχουν ακόμη νάρκες.

ΔΙΑΜΟΝΗ

Το «Prince d’ Angkor» (Sivatha Blv, Mondul II, Sankat Svay Dangkum, τηλ. 855-63763888, www. princedangkor.com) απέχει μόλις 10’ από τον αρχαιολογικό χώρο και πρόκειται για εξαιρετικό ξενοδοχείο με διακόσμηση όπου κυριαρχεί η ξυλογλυπτική τέχνη. Το αριστοκρατικότερο ξενοδοχείο της περιοχής με τις περισσότερες διεθνείς διακρίσεις, το ιστορικό «Grand Hotel d’ Angkor» (1 Vithei Charles de Gaulle Khum Svay Dang Kum, τηλ. 855-63963888, www.raffles.com), απέχει 8 χλμ. από την Ανγκορ, ενώ διαθέτει επίσης και δύο βίλες από ξύλο σε Χμερ αρχιτεκτονική. Ανάμεσα στις πολλές παροχές του, το μεγαλύτερό του πλεονέκτημα είναι ο 60.000 τ.μ. τροπικός κήπος του. Το πιο απλό «Angkor Hotel» ( 6, Phum Sala Kanseng, Sangat Svay, Dong Kom, τηλ. 855-63964301, www.angkor-hotel-cambodia.com), βρίσκεται στο κέντρο του Σιέμ Ριπ και απέχει 4 χλμ. από τον αρχαιολογικό χώρο.

ΦΑΓΗΤΟ

Η καμποτζιανή κουζίνα έχει βάση το λευκό κολλώδες ρύζι, που συνοδεύεται από μικρά πιάτα κυρίως από λαχανικά ή ποταμίσιο ψάρι και πολύ σπάνια κρέας. Το ψάρι του Μεκόνγκ μαγειρεύεται με διάφορους τρόπους – βραστό, ψητό, παστό, αλλά και γεμιστό με μικρές γαρίδες – και σερβίρεται με λαχανικά. Τα θαλασσινά γίνονται και ψαρόσουπες, όπως η δημοφιλής γλυκόξινη «σάμλα μάτσου μπάνλε», η καβουρόσουπα, ενώ αρκετοί προτιμούν τη «σάμλα κτις» με καρύδα και ανανά. Απαραίτητο συστατικό σε όλα τα φαγητά είναι οι πάστες από ψάρι όπως το «πραχόκ» ή η «κέπι» από καβούρι. Μπαχαρικά όπως τσίλι, τζίντζερ και πιπέρι χρησιμοποιούνται κατά κόρον ως μέσον συντήρησης του φαγητού. Τυπικό καμποτζιανό φαγητό είναι το «κάο φούνε» που σερβίρεται σαν ένα τονωτικό γεύμα σε κάθε γωνιά και πρόκειται για ρυζομακάρονα με πλούσια σάλτσα καρύδας. Τα γλυκά σχετίζονται επίσης με το ρύζι που συνδυάζεται είτε με μπανάνα είτε με καρύδα. Πιείτε άφθονο τσάι ή μαύρο καφέ με γάλα και την τοπική μπίρα Angkor. Μικρά εστιατόρια δυτικού στυλ υπάρχουν αρκετά και σερβίρουν κυρίως σάντουιτς, σαλάτες και πίτσα, όπως το «Blue Pumpkin», το «Café Indochine» ή το «Angkor Café», ενώ για ένα καλό γεύμα προτιμήστε τα εστιατόρια των ξενοδοχείων.

- Advertisement -
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ